Τα Κάλαντα των Φώτων στα Ανώγεια τη δεκαετία του ‘ 60!

Τα Κάλαντα των Φώτων στα Ανώγεια τη δεκαετία του ‘ 60!

mpagkerisΣυντάκτης: Γιώργος Μπαγκέρης - ΑΝΩΓΗ

Την ημέρα των Θεοφανίων έγινε η βάπτιση του Χριστού από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή. Εκτός όμως από το Άγιο Βάπτισμα, γιορτάζουμε κάτι σημαντικότερο. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες τριών εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών και συγκεκριμένα του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά την στιγμή της Βάπτισης ακούστηκε από τον ουρανό η φωνή του Θεού να λέει:”Ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός εν ω ευδόκησα.”

Επίσης, την ίδια στιγμή εμφανίστηκε και το Άγιο Πνεύμα με την μορφή περιστεριού. Στην ουσία δηλαδή γιορτάζουμε αυτή τη μοναδική ταυτόχρονη εμφάνιση της Αδιαίρετης Αγίας Τριάδας.
Άλλωστε η λέξη Θεοφάνια βγαίνει από τις λέξεις “Θεός” + “Φαίνομαι” ακριβώς επειδή ο Θεός εμφανίστηκε (φάνηκε) στη Γη και με τις τρεις μορφές του (Πατήρ, Υιός, Άγιο Πνεύμα).Η μεγάλη γιορτή των Θεοφανίων είναι ευρέως γνωστή και ως εορτή των Φώτων. Κατά τη στιγμή της Βάπτισης του Χριστού εμφανίστηκαν όλες οι μορφές της Αγίας Τριάδας, γεγονός που κατέστησε το μυστήριο της Βάπτισης ιδιαίτερα σημαντικό.

Σύμφωνα λοιπόν με τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό (γνωστός και ως Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος), το Θείο Βάπτισμα του Χριστού αποτελεί μια γιορτή φωτισμού ολόκληρης της ανθρωπότητας.Έτσι προέκυψε η εναλλακτική ονομασία “Φώτα” ή “των Φώτων”.

Τα Κάλαντα των Φώτων όπως τραγουδούσαν παλιά στα Ανώγεια. Καταγραφή από τον π.δήμαρχο Ανωγείων Γεώργιο Σμπώκο σε απαγγελία του Δ.Σαλούστρο (Κεχροδημητράκη) ο οποίος του τα τραγούδησε το 1969 και ενώ ήταν τότε 45 ετών. Τα κάλαντα δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του κ.Σμπώκου “ΑΝΩΓΕΙΑ: Η ιστορία μέσα από τα τραγούδια τους”

“Ήρθανε τα Φώτα και οι φωτισμοί
και χαρές μεγάλες κι οι αγιασμοί.
Κι ήρθεν κι η κερά μας η Φωτεινή
κι άργανον εβάστα και βεργί κερί
και τον Άι Γιάννη το Βαφτιστή.

-Αί Γιάννη Πρόδρομε και Βαφτιστή
δύνασαι να σώσεις Θεού παιδί;

-Δύνομαι και θέλω κι επιθυμώ,
μέγας είν’ αφέντης και τον ε τρομώ
κάτω στα Ιεροσόλυμα και στου Κυρίου τον τάφο,
εκεί δεντρί δεν ήτονε, δεντρίν εφανερώθη.

Στην τρούλα κάθετ’ ο Χριστός, στη μέση η Παρθένα
και στα παρακλωνάριαν του αγγέλοι κι αρχαγγέλοι.

Δω’ μου Παρθένα τα κλειδιά τα πάνω και τα κάτω,
ν’ανοίξω τον Παράδεισο να πιω νερό δροσάτο.
Να θέσω ν’αποκοιμηθώ σε μια μηλιά ‘πο κάτω.
Να ιδώ τον Άι Στρατηγό, που τρέμ’ η γης κι ο κόσμος
που καμπανίζει τσι ψυχές αμαρτωλές και δίκιες.

Να ιδώ τσι νιους πως χαίρονται, τσι νιες πως καμαρώνουν.
Να ιδώ και τα μωρά παιδιά που κλαίνε δίχως μάνα.
Τη νύχτα κλαίνε για βυζί και την αυγή για γάλα
και τ’αποξημερώματα για την καημένη μάνα.

Έκεια που παν’ οι δίκαιοι έναι καλλιά στρωμένα
ρόδα και τριαντάφυλλα και με ξεφουντωμένα.
Κι έκεια που πάν’ οι αμαρτωλοί οφίδοι και λιακόνια.

Αμαρτωλός ως τ’άκουσε έδερνε το κορμίν του
με πέτρες και με σίδερα ωστό να βγει η ψυχήν του.

Κι η Παναγιά τον ε θωρεί κι από μακρά του λέει:

-Αμαρτωλέ, μη δέρνεσαι, μη δέρνεις το κορμί σου,
μα ‘χω γιο εις το θρονί να σώσει την ψυχή σου.
Κι αν είναι ‘που το θέλημα χρυσή μου περιστέρα
ανοίξετε το μάνταλο να πούμε καλησπέρα.”

Φωτογραφία κειμένου: Μ. Σαμόλης