Η γέννα…(του Αντώνη Κουκλινού)

Η γέννα…(του Αντώνη Κουκλινού)

a.kouklinosΣυντάκτης: Αντώνης Κουκλινός

Όπως το λιβάνι με το διάολο...έτσά κι εκείνες...
Κουνιάδες εδά και κάμποσους χρόνους... μα... μίλιε μου και μη μ’ αγγίζεις.
Ανεμαζωξάρες επαντρευτήκανε στο ξενοχώρι, εφορτωθήκα τζι οι γαμπροί και εκαλιμεντευτήκανε.
Μνιά ζωή φαώνουνται, για ψήλου πήδημα.
Σ' εκειονά που συμφωνούνε, είναι οντε πχιάνουνε στσι γλώσσες τω νε τη πεθερά, τη γ-κόβγουνε λουρίδια.
Αρά και που, θα σμίξουνε ούλοι μαζί, όχι πως το μπεγεντίζουνε δηλαδή...κιάαα... μα φοβούνται τσι άντρες, αλλιώς... μούδε στο φως και το κανεβάτσι, θένε η μνιά τη ν’ άλλη.
Με το ψευτο χαμόγελο να στάζει ψακί, θα κάτσουνε στο τραπέζι και όση ώρα ντερλικώνουνε το βρισκούμενο τση πεθεράς, οι αμαθιές τω νε, πετούνε ξυράφχια.
Δυό σερνικά η μνιά και η άλλη ένα θηλικό στη μ-ποδιά και τη κοιλιά ντούμπανο.
Με τη φοβέρα πως μπορεί θα βγεί θηλυκό και έτονέ... και να θωρεί τη ν’ άλλη με τσι δυό γιούς να κορδώνεται και να τσιμογελά, είναι να σκάσει.
Σε κάθε εσμιγιά τα ίδια και τα ίδια....
Με το μαχαιράκι στη ζωστήρα και μπροκαδούρες στα στιβανάκια τω γ-κοπελιώ, επίτηδες τση τα κάνει, για να γρικούνται απάνω, κάτω ετσά που σαλεύγουνε, να πνίγεται στο σάλιο τζη.
-Ελάστε αντράκια μου, να φάτε, να μεγαλώσετε, να σα σε καμαρώσει ο παππούς και η γιαγιά, απου θα πάτε στρατιώτες, να κάμετε τον αφέντη σας περήφανο, σε ούλο το χωργιό.
Κόκαλο η θηλυκομάνα, αν και το κατέχει πως... έτσα θα πετά τσι μπηχτές ούλο τον καιρό, σάμε τη γέννα.
Εντάκαρε η πεθερά να τη γειτονεύγει, μαζί με τη μαμή και όσο εκοντοσήμωνε ο καιρός, να πορίσει το κοπέλι, επήγαίνανε και πλιά ταχτικά.
Η άλλη εθώργιενε τα σούρτα φέρτα, τση πεθεράς να βαστά το κουνενίδι, με τη σούπα τση συνυφάδας, μνιάς κι είχενε βλαψίδια και τη νε καλοτάιζε νε.
-Χμμ...να σε κάμω θέλει μουστόγρια και θα τα ξεράσεις ούλα...ντα που θα πάει...η κοιλιά τζη δείχνει πως θα το κάμει θηλυκό κι ετονέ και ετότες σας θα ιδείς εσύ.
Η αλήθεια είναι πως ανε κάμει πάλι θηλυκό, θα τση κακοφανεί τση γράς κι ας μη το δείχνει.
Έφταξενε η ώρα και φωνιάξανε τση μαμής να κοπχίασει στο σπίτι, γιατί κοιλιοπονά.
Έμαθέ ντο και η ψακωμένη και ετυλίχτηκενε βγιάση, βγιάση μνιά ρόμπα κι αγλακά να προλάβει το θηλυκό τη ν’ ώρα απου θα πορίζει, από τη κοιλιά τση μάνας του, για να τση φωνιάξει να τση ζήσει.
Έτσά θα πάρει εκδίκηση, πεθεράς και νύφης.
Εμούγκριζε απου τσι πόνους και εγροίκα να ντιντινίσει το καπατσινέλι τ’ αντρούς τση.
Εκάπνιζε το ν’ ένα τζίγαρο πίσω απου το ν’ άλλο, το ίδιο κι ο γεροντής, καθώς εβάστανε το κατωσάγουνό ντου στη καρέκλα αμίλητος.
Επήγανε τση γειτόνισσας, το θηλυκό, για να μη γροικά τη μάνα ντου, να φωνιάζει, μα τσή ‘φυγενε χωστά και εγιάγυρε στο σπίτι.
-Παππού...παππού...η μάνα μου θα κάμει ένα μωρό και θα ν’ είναι σα κι εσένα και άμα μεγαλώσει, θα’ χει μουστάκι σα ντο δικό σου και θα φορεί κι αυτό, σαρίκι στη κεφαλή.
Ανοιξε τη ν’αμπασκάλη ο γέρος και εχώθηκενε μέσα το θηλυκό, μα να θώργιες τα μούτσουνα τση μουσκούλας, οντε ν’ εγροίκα νε, τα λόγια του κοπελιού...
Δε τζη σίμωνε κοντά, γιατί το’χενε δασκαλεμένο η μάνα ντου...μα άλλο που δε ν’ ήθελε κι εκείνη.
Επέρνα η ώρα και σαν εκοντοσήμωσε να πορίσει το κοπέλι, εφώνιαζε ετόσονα δυνατά, απου εξεταλάγιασε τη ρούγα.
Εκούστηκενε το κλάιμα του μωρού στα χέργια τση μαμής, μα και η μουγκρά τση μάνας του...
-Πέτε μου μωρέ ιντάνε... θυλυκό..?
-Να σου ζήσει ο γιός και καλά σαράντα...τση φώνιαξε νε η μαμή.
Εγλάκανε όξω η πεθερά πεσίχαρη εφώνιαζε του γέρο, να μα σε ζήσει το κοπέλι και γίνουνται ούλοι μαζί, μνιά ν’ αγκαλιά με το θηλυκό.
Η ψακωμένη πέρα, πέρα, να ξανοίγει τσι αγκαλιές, χωρίς να βγάνει αχνιά, μιλιά.
Εκοψέ τζη το φουσάντο, η συννυφάδα με το να κάμει το γιό... κι εδά...καινούργιο μου καλάθι και που θα σε κρεμάσω.
Εσάσανε το φάλι του κοπελιού, το μπαμπαρολιάσανε με τα φασκιώνια και το πάνε τση λουχούνας.
Εκείνη δε ν’ ένοιωθε μούδε πόνους εδά, μούδε πράμα.
Το μόνο που την έγνοιαζε ειναι να περάσουνε οι μέρες ογλήγορα, να σαραντήσει... για να ιδεί τα μούτρα τση αχώνευτης... οντε θα βαστά το γιό στη ν’ αγκαλιά τζη, να κορδώνεται...
Εδά θα αλλάξει τροπάρι και η κουβέντα, για θα πετά εκείνη τσι μπηχτές, στο τραπέζι.
-Έλα αντράκι μου, έλα θυγατέρα μου, ελάστε κοπελάκια μου να φάτε...
Ελάστε να σα σε καμαρώσει κι ο παππούς με τη γιαγιά...απού ’χετε τ’ όνομά ντως και θα τσι αναστήσετε εσείς έπαέ στο χωργιό.
Εδά στο τραπέζι με το βρισκούμενο τση πεθεράς, άλλοι θα σκουτελοβαρίχνουνε για τα καλά σαράντα κι άλλοι θα πίνουνε στη γ-κούπα το φαρμάκι.
Κι ανε ιδείς κιαμνιά φορά να σκα αχείλι χαμογελαστό, θάνε για να μη καταλάβει πράμα η μουστόγρια η πεθερά.
Ο Θεός να σε ξεμιστεύγει από έτσά μπλεξά...