Η αρχοντονοικοκερά…(του Αντώνη Κουκλινού)

Η αρχοντονοικοκερά…(του Αντώνη Κουκλινού)

a.kouklinos Συντάκτης: Αντώνης Κουκλινός

Απου τη ταχινή βαστά τη (μ)παρασύρα και λαντουρά με το λάστιχο...
Σάμε να φχιάσει το γάλα, δε ν’ είδε πως εμπήκανε οι γ’ όρνιθες κι εκουτσουλίσανε τσ’ αυλές κι είναι ταραχισμένη.
Επήγε ο προκομμένος να μαζώξει τ’ αυγά και ήφηκενε το (γ)κούμο ανοιχτό και πορίσανε ούλες στη ν’ αυλή.
-Σάλευγε να κουμνιάσεις τσ’ όρνιθες, για δε θ’ αφήσουνε μουδε μνιά βγιόλα στσι ντενέκες και θωρείς πως εγανάχτισα να τσ’ ανεπχιάσω..!!!
Δίκιο έχει απου του φωνιάζει, για δε προσέχει... ο νούς του είναι να βαστά το τζίγαρο και να κάθεται στο πυρόμαχο.
-Σήκω από τουδά να πας να βρείς ένα (μ)πγιάζμα βρουβάσταχα να τα βάλω με τα κουκιά να τα βράσομε να φάμε.
-Σήμερο θα πχίασω κι εγώ από ξαρχής να βάλω ένα ψιχάλι ασβέστη, να μυρίσει το σπίτι μνιά ολιά και να ξεμαυρίσει απου τη κάπνα.
Ούλη τη Μεγαλοβδομάδα έχει ένα σωρό δουλειές να κάμει... είναι και η εκκλησά κάθε βράδυ να πηγαίνει στο αυγικό.
Έχει να βάλει μπροστά τζη ζυμωτό, ν’ άψει το φούρνο, να σάσει τσουρέκια, να βάψει αυγά, να κάμει Λαμπροκούλουρα.
Κάθα χρόνο πχιάνει και τα ξωκλήσια να θυμνιάζει τσ’ Αγίους.
Έτσα είναι το σωστό... ένα (γ)κερί και μνιά σταλιά λάδι στο καντηλάκι, για τη ψυχή τω ν’ αποθαμένω μας.
Ήσπρισε μέσα, όξω κι αστράψανε οι αυλές, έστεσε και το τσικάλι και βράζουνε τα βρουβάσταχα και πετάχτηκε μνιάς στιμής και στη γειτόνισσα.
Έχει μικιό κοπέλι και του πήγε το αυγουλάκι ντου... κάθε μέρα του το πάει φρέσκο, φρέσκο απ’ τη φωλιά μέσα.
Η πλερωμή τζη είναι το χαμόγελο του κοπελιού, οντε θα τη νε ιδεί να μπαίνει στο σπίτι, με το αυγό στη χέρα... αστραφταλίζουνε τα μάθια ντου από τη χαρά ντου... αγλακά στη (μ)ποδιά τζη ντελόγω.
Πχιάνει τ’ αυγό στα χεράκια ντου και το δίδει τση μάνας του να του το κάμει μελάτο.
Θα το βάλει στη φλυτζάνα με μνιά ολιά ψωμί να το φάει με το κουταλάκι.
Ίντα τα θες τα γλυσολο’ί’δια και τσι ψεφθιές απου δίδουνε και τρώνε σήμερο τα κοπέλια.
Με το χαμόγελο και τη ν’ αγκαλιά του κοπελιού, αγλακά στο σπίτι τζη, γιατί χει στεμμένο το τσικάλι.
Επρόλαβέ ντα πάλι σήμερο, κουτσά, στραβά... κι αύριο έχει ο Θεός...
Σάμε ν’ ανεμαζωχτούνε τα κοπέλια να κάμουνε Λαμπρή, θέλει να τως τάχει ούλα έτοιμα.
Άρε...μάνα... και κάθε αρχοντονοικοκερά του κόσμου... πως τα προλαβαίνατε στο καιρό σας...!!!