ΤΟ ΜΟΥΖΟΥΡΙ - ΚΑΙ ΟΣΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ.....

ΤΟ ΜΟΥΖΟΥΡΙ - ΚΑΙ ΟΣΑ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ.....

g.xoustoulakis Κείμενο φωτογραφίες: Γεώργιος Χουστουλάκης - Ερευνητής τοπικής κρητικής λαογραφίας

Πολλές φορές θα έχουμε ακούσει να γίνεται λόγος για το λεγόμενο «μουζούρι», που ήταν μια πολύ παλιά μέθοδος μέτρησης χωρητικότητας σιτηρών ή οσπρίων, αλλά κατ’ επέκταση ήταν και μονάδα μέτρησης στρεμματικών επιφανειών. κυρίως σε κτήματα.
Οι πιο παλιοί βέβαια γνωρίζουν περισσότερα, κάποιοι ελάχιστα πράγματα, και οι νεότεροι το πολύ να το έχουν απλά ακουστά σαν λέξη!
Πάντως οι περισσότεροι έχουν κατά νουν, ότι ήταν μια παλιά μονάδα χωρητικότητας μέτρησης σιτηρών. Πληροφορίες εύκολα μπορεί να συλλέξει κάποιος στο διαδίκτυο, αν κι αυτές είναι πολύ ή λίγο διαφοροποιημένες, και το μουζούρι διαφέρει από τόπο σε τόπο. Άλλοι αναφέρουν ότι «το μουζούρι είναι μονάδα μέτρησης 13 κιλών κριθαριού». Αλλού ότι το μουζούρι «ήταν ένα πλεκτό καλαθάκι που χωρούσε 15 οκάδες περίπου σιτάρι, ή 12 οκάδες κριθάρι», και άλλα παρόμοια. Από άλλους ακούγαμε πως ήταν απλώς μια λεκάνη πήλινη ή ένα πανέρι, που χωρούσε 12 οκάδες κριθάρι.
Φυσικά πολλά μπορούμε να διαβάσουμε, ή να ακούσουμε από διάφορους, για το τι ήταν τελικά αυτό το μυστηριώδες «μουζούρι», και πολλοί φυσικά, ακόμα και παλιοί, μπερδεύονται στο να μας εξηγήσουν τα πράγματα λεπτομερώς, και να καταλάβουμε όλοι περί τίνος πρόκειται. Πράγματι είναι μεγάλο κεφάλαιο το «Μουζούρι», και θα λέγαμε πολλά για αυτό και τις υποδιαιρέσεις του, που κι αυτές διαφέρουν από τόπο σε τόπο ανά περιοχή της Ελλάδος, αλλά και σε βάθος χρόνου. Στο θέμα μας όμως σχετικά με το μουζούρι, δεν θα μας απασχολήσει τόσο η λεπτομερής ανάλυση και ακρίβεια στη χωρητικότητά του και των υποδιαιρέσεων, όσο η λαογραφία του στη Κρήτη.
Οι παλιοί ζευγάδες πάντως, είχαν καθιερώσει το μουζούρι ή την μουζουριά, για να αποδώσουν την στρεμματική επιφάνεια σε κάποιο χωράφι, αλλά και για ανταλλαγή προϊόντων. Έτσι στο καφενείο, στο δρόμο, ή όπου συναντιόταν με συγχωριανό του, στη κουβέντα τους θα ανέφεραν σίγουρα φράσεις όπως, «έσπειρα σήμερο τρείς μουζουριές σιτάρι», ή «έσπειρα οφέτος πέντε μουζουριές κριθάρι» κλπ, και καταλάβαινε έτσι ο άλλος για πόσα στρέμματα πρόκειται.
Σαν παιδιά εμείς κάποτε τη δεκαετία του ‘60, δεν ακούγαμε να το λένε αυτό, γιατί στην δικιά μας εποχή λέγανε οι ζευγάδες τότε έσπερναν σε «σποριές» ή «ζευγαριές». Επί Ενετοκρατίας είχε επικρατήσει το «μουζούρι», που μάλλον είχε αντικαταστήσει το Βυζαντινό «μόδιο». Το μουζούρι προφανώς λένε οι μελετητές πως εφευρέθηκε στην Κρήτη, με μικρή πιθανότητα να προέρχεται από τη βυζαντινή λέξη «μινσούριον» και δεν είναι πάντως τούρκικη λέξη. Από την Κρήτη μέσω του εμπορίου εξαπλώθηκε και στα άλλα νησιά και υπόλοιπη Ελλάδα.
Υπάρχουν πολλές εκδοχές στα διάφορα μέρη της Ελλάδας για το μουζούρι, ακόμα και στη Κρήτη αλλά περισσότερα γνωρίζουμε τι συνέβαινε στη Μεσαρά, αφού έχουμε πολλές μαρτυρίες, σχετικά με το μουζούρι της Κρήτης, και ιδιαίτερα του Μύρωνα Μαραγκάκη, που έχει και ιδιαίτερη βαρύτητα, για να μας ξεδιαλύνουν το θέμα αυτό, όπως έχει επικρατήσει στη περιοχή μας.

Τι είναι όμως το μουζούρι σαν δοχείο?
Το «μουζούρι» κατά καιρούς έπαιρνε διάφορες μορφές, που μπορεί να ήταν από μια λεκάνη ή μεγάλη βούργια κλπ, μια κοφίνια, φτάνει να χώραγε όσο και ένα μουζούρι καρπό, δηλαδή 12 με 14 οκάδες περίπου (12 κριθάρι και 14 σιτάρι)!
Στην πραγματικότητα όμως, το κυρίως μουζούρι, ήταν μια ξύλινη κατασκευή σαν κουβάς, που έμοιαζε με μισό βαρελάκι με πάτο, και ανοιχτό από πάνω. Μπορεί να είχε σχήμα κούλουρου κώνου με το ανοιχτό μέρος από πάνω, αλλά μπορεί να ήταν και μονοκόμματο δοχείο από κορμό πλατάνου, σκαλιστός εσωτερικά, με χερούλια στα πλάγια.
Τις περισσότερες φορές, το μουζούρι ήταν κατασκευασμένο από ξύλινα σανίδια, τις λεγόμενες «ντόγιες» ή «ντούγιες», όπως αυτές του βαρελιού, και τις συγκρατούσαν τσέρκια. Οι δυο απέναντι ντούγες του ήταν μεγαλύτερες, και αυτές γινόταν και τα χερούλια του μουζουριού, ή εκεί έκαναν τρύπες και έβαζαν σιδερένιο χερούλι όπως στο κουβά, ή ακόμα αντί χερούλι έβαζαν ένα σχοινάκι. Το σχήμα του μουζουριού, δεν ήταν δεσμευτικό, φτάνει να χώραγε τα σωστά κιλά ή οκάδες.
Πιο παλιά ακόμα, το μουζούρι ήταν πήλινο, ψημένο στο καμίνι, σε σχήμα κι αυτό κούλουρου κώνου. Τα τελευταία χρόνια όμως, μουζούρι υπήρχε ακόμα και τσίγκινο σαν κουβάς, ίσιο πάνω κάτω σαν κύλινδρος με χερούλι.

Το μουζούρι και οι Μουκατατζήδες
Αυτά τα ίδια μουζούρια, τα χρησιμοποιούσαν και επί τουρκοκρατίας οι Μουκατάδες ή Μουκατατζίδες ή Μουλτεζίμηδες, για να εισπράξουν το φόρο, όπου ένα μέρος πήγαινε στην κοινότητα, και άλλο ένα μέρος στο ταμείο του Σουλτάνου.
Οι Μουκατάδες συνεχίστηκαν και μετά την απελευθέρωση των Τούρκων για αρκετά χρόνια. Οι Μουκατάδες πλέον που έπαιρναν τη θέση αυτή με μειοδοσία, από την κοινότητα, απλά εισέπρατταν εκείνοι πλέον το φόρο για λογαριασμό της, ή όπως έλεγαν «τη δεκάτη», ο οποίος ήταν 9:1 για τον ζευγά και την κοινότητα.
Το μουζούρι σαν δοχείο, είτε ξύλινο ή πήλινο ή τσίγκινο, χωρητικότητας 12 οκάδων περίπου καρπό, κράτησε όπως αναφέραμε κάποια χρόνια και μετά την αποχώρηση των Τούρκων, δηλαδή σχεδόν μέχρι το 1940, αλλά σιγά- σιγά αποσύρθηκε, και καταργήθηκε εντελώς όταν βγήκαν οι «γαζοτενεκέδες», οι οποίοι αντικατέστησαν τα ξύλινα μουζούρια, αλλά πλέον σε διαφορετικό όγκο και βάρος καρπού. Έκοβαν το πάνω μέρος του μεταλλικού δοχείου 17 λίτρων, του πέρναγαν χερούλι και με αυτό το δοχείο έκαναν τις συναλλαγές. Σε κάποια μέρη της χώρας όπως στην Κάρυστο, αυτό το δοχείο το λένε «αξάι».
Τα κλασικά πλέον παλιά μουζούρια έγιναν «ματζαδούρες κρεμαστές» (φάτνες) για τα ζώα, ή κατέληξαν σε κάποιο λαογραφικό μουσείο, όπως εκείνο στη Μονή Οδηγήτριας, και ακόμα ένα γνωρίζουμε πως υπάρχει στη συλλογή στο σπίτι του Μύρωνα Μαραγκάκη, στη συλλογή του με τα 57 επαγγέλματα!

Τι ήταν οι μουζουριές, οι ζευγαριές και τι οι σποριές?
Βάσει της μαρτυρίας του έμπειρου σε λαογραφικά θέματα Μύρωνα Μαραγκάκη, θα προσπαθήσουμε να κάνομε μια αναλυτική συσχέτιση των διαφόρων μέτρων επιφανειών, όπως είναι οι «μουζουριές», οι «ζευγαριές» και οι «σποριές».
Ποτέ ο αγρότης δεν ξεκίναγε να οργώσει έτσι απευθείας ένα χωράφι, χωρίς πρώτα να χαράξει με το αλέτρι, τι χωράφι υπολογίζει να οργώσει σήμερα και να φύγει.. Εχάραζε δηλαδή τις ζευγαριές του με μεγάλα τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα με αυλακιές κατά μήκος στο χωράφι του. Οι αυλακιές αυτές οριοθέτησης στο τι πρόκειται να οργώσει τις ονόμαζε «ζευγαριές», ή «ζευγαρές», που η οριοθέτηση τους, δήλωναν τα κομμάτια που υπολόγιζε να αντέξουν τα βόδια του όλη την ημέρα να τα οργώσει για να τα σπείρει μέχρι να σχολάσει . Αν αντί βόδια διέθετε άλογα, αυτά βέβαια ήταν πιο γρήγορα, και δυνατά, και ως εκ τούτου έβγαζαν περισσότερα στρέμματα οργωμένο χωράφι.
Το χωράφι μπορεί να το μετρούσαν και σε «μουζουριές» παλαιότερα, που αντιστοιχούσε περίπου σε δυο «σποριές», αλλά τελευταία μετά τη κατοχή, το έσπερναν μόνο σε «σποριές» και «ζευγαριές», και όχι σε «ζευγαριές».
Κάθε «σποριά» χώραγε 5 με 6 οκάδες κριθαριού και κάτι παραπάνω σιταριού, όσο χώραγε και η «σποροποδιά» δηλαδή που φορούσε ο ζευγάς.
Η «μουζουριά» λοιπόν, αφού ήταν δυο «σποριές», άρα χώραγε να σπαρθούν 2Χ6 = 12 οκάδες κριθάρι. Περίπου τέσσερις σποριές ήταν η «ζευγαριά», οπότε χώραγε να σπαρθούν 4Χ 6 = 24 οκάδες κριθάρι!
Η «ζευγαριά» αφού ήταν τέσσερις «σποριές» άρα μια «σποριά» ήταν το ¼ της «ζευγαριάς», και το ½ της «μουζουριάς».
Αναφέραμε ήδη πως η λέξη «ζευγαριά» σημαίνει το όργωμα που μπορούν να οργώσουν τα βόδια του ζευγά σε μια μέρα, έτσι μπορούσαν να οργώσουν από ένα έως και δύο στρέμματα, αλλά αυτά δεν ήταν πάντα ακριβή. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να πούμε, πως ο ζευγάς είπε πως «σήμερα έσπειρα 2 μουζουριές χωράφι», σήμαινε πως έσπειρε 4 σποριές ή μια ζευγαριά . Κάθε ζευγαριά, βέβαια ήταν ένα με δύο στρέμματα, αλλά ήταν ανάλογα το ύψος, άρα και τα βήματα του ζευγά! Άλλος τη χάραζε μικρή κι άλλος πιο μεγάλη, ανάλογα τα βήματα του και τη δυνατότητα των βοδιών του. Διαφορά υπήρχε και ανάλογα το σπόρο που έριχναν, άλλος τον έσπερναν αρύ και άλλος πυκνό. Διαφορά υπήρχε και στα κατηφορικά εδάφη, όπου εκεί έριχναν λιγότερο σπόρο, διότι δεν τον «χαράμιζαν» να ρίξουν πολύ και να τον πάρει το νερό, περισσότερο δε σπόρο έριχναν στα πλούσια και εύφορα εδάφη.

Οι μουζουρόβουργες
Θα πρέπει εδώ να πούμε και κάτι για εκείνους που πιστεύουν πως η «μουζουρόβουργια» ή το «μουζουροβουργίδι», ήταν το καθ εαυτού μουζούρι, λέμε πως σε αυτήν δεν βάζανε ποτέ καρπό με σκοπό να τον σπείρουν, κι αν έβαζαν κάποιοι, συνέβαινε σπάνια.
Η μουζουρόβουργια κατασκευαζόταν από ένα πανί εξήντα πόντους μάκρος επί σαράντα πόντους πλάτος, υφασμένο στον αργαλειό. Το δίπλωναν και το έραβαν, και επάνω του έφτιαχναν θηλιές, όπου πέρναγε ένα «βαστάγι». Στη μουζουρόβουργια μέσα έβαζαν διάφορα, καθώς και καρπό σιτάρι ή κριθάρι, απλά για να τον μεταφέρουν στο μύλο. Κράταγε ο μυλωνάς τα «ξαγιάτικα», και στη συνέχεια του έβαζε πάλι το αλεύρι στις μουζουρόβουργες, τις φόρτωνε στο γάιδαρο και έφευγε!
Αν ήταν δε και παλιές οι μουζουρόβουργιες, μπορούσε να βάλουν ακόμα και ελιές, αν δεν ήταν σε μεγάλη ποσότητα. Μπορούσαν να βάλουν ακόμα και διάφορα τρόφιμα όταν ήταν να τα μεταφέρουν σε άλλο χωριό σαν δώρα. Ακόμα μια χρήση της μουζουρόβουργιας, ήταν να βάζουν τα παξιμάδια το ψωμί από τον φούρνο, να το κλείνουν καλά από πάνω και να το κρεμάνε σε κάποιο τοίχο να μην μπαίνουν τρωκτικά. Ήταν δυο ειδών μουζουρόβουργες, οι βαμβακερές , και οι άλλες από μαλλί, όπου φτιάχνανε στον αργαλειό

Οι σφακιανές βούργιες
Για διάφορες μεταφορές είχαν επίσης και τις «σφακιανές βούργιες» ή «σφακιανόβουργιες» ή «σφακιανοβουργίδια», οι οποίες όλες αυτές ήταν το ίδιο πράγμα. Τις ύφαιναν όλες αυτές με τον ίδιο τρόπο, αλλά ήταν πιο μικρές από τις μουζουρόβουργες, δηλαδή περίπου 30 επί 50 περίπου, οι οποίες αντίθετα με τις μουζουρόβουργες ήταν πιο επίσημες. Είχαν υφανθεί με ειδικές κλωστές, και χρώματα κόκκινο μπλε και άσπρο σε λουρίδες. Το πανί και αυτό το διπλώνανε το ράβανε και από επάνω έκαναν θηλιές που πέρναγαν και εδώ «βαστάγια», ή «βουργιδοβάσταγα» .
Στα σφακιανοβουργίδια έβαζαν και σε αυτά διάφορα, κυρίως τρόφιμα, τυριά, για να τα πάνε στο ξενοχώρι σε κάποιον συγγενή σαν δώρα. Στις σφακιανόβουργιες έβαζαν είτε προικιά είτε τους πέντε άρτους για την εκκλησία, όταν ήταν μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης, όπως Πάσχα Χριστούγεννα ή γιορτή κάποιου Άγιου σε κάποιο ξωκλήσι. Παξιμάδι από το φούρνο έβαζαν επίσης όπως και στη σφακιανή βούργια για φύλαξη. Απέφευγαν πάντως να τις παίρνουν στα χωράφια για να μην λερώνονται στα χώματα.
Πάντως τον χειμώνα χρησιμοποιούσαν τις μάλλινες σφακιανόβουργιες, ενώ το καλοκαίρι βαμβακερές.
Ακόμα πιο μικρές και από τις σφακιανόβουργιες, ήταν οι απλές «βούργιες», ή «βουργίδια» ή «βουργιάλια,» που ήταν από φάδια, αλλά είχαν όμορφα σχέδια και στολίδια με φούντες, και δινόταν και σαν δώρα γάμου, συνήθως η πεθερά την έδινε δώρο στο γαμπρό της.
Στην εξοχή έπαιρναν μαζί τους απλές βούργιες που ήταν μικρότερες, για να βάζουν το φαγητό το ψωμί κλπ και τις κρεμόταν στα σκαρβέλια, μαζί με το φλασκί με το νερό.
Όση ώρα έτρωγε ο αγρότης στο λαιμό του κάθε ζώου κρεμόταν ο «δρουβάς», παρόμοιος με την βούργια αλλά έμοιαζε περισσότερο με ταγάρι. Μέσα έβαζε τον καρπό, για να τρώνε και τα ζώα τα διαλλείματα και να δυναμώνουν.

Οι μουζουροποδιές οι σποροποδιές και οι ανδρικές μπροστοποδιές
Ο ζευγάς παλιά είχε μαζί του στο χωράφι και τη «μουζουροποδιά» η οποία είχε επίσης χωρητικότητα όσο ένα μουζούρι, αλλά ήταν βαριά για να σηκώνει κάποιος 12 οκάδες καρπό και να σπέρνει, και έτσι στη πράξη ο αγρότης την εγκατέλειψε, και πλέον έδενε στη μέση του, και στο λαιμό του με βαστάγια μια μικρότερη ποδιά, τη λεγόμενη «σποροποδιά» ή «μπροστοποδιά», που χώραγε λιγότερο, δηλαδή χώραγε καρπό, όσο «μιας σποριάς χωράφι». δηλαδή 5 με 6 οκάδες. Όλες αυτές οι ποδιές ήταν ανδρικές ποδιές, υφασμένες και αυτές στον αργαλειό. Το στρέμμα ήταν περίπου δυο σποριές, και η μια σποριά έπαιρνε έξη οκάδες καρπό περίπου, όσο χώραγε δηλαδή και η σποροποδιά!
Πάντως, επί εποχής μουζουριού, όταν κάποιος ήθελε και είχε την αντοχή, γέμιζε το ίδιο το δοχείο - μουζούρι του καρπό, το έπαιρνε αγκαλιά με το αριστερό του χέρι, και με το δεξί έσπερνε.
Στη Κρήτη λοιπόν, λανθασμένα κάποιοι πιστεύουν πως η καθιερωμένη μονάδα μέτρησης, ήταν η κλασσική «μουζουρόβουργια», η ποία και εκείνη είχε χωρητικότητα όσο ένα μουζούρι.
Όσες όμως μουζουρόβουργιες ή σφακιανά βουργίδια ήταν καινούριες και όμορφες, με περίτεχνα σχέδια και ξόμπλια, δεν τις χρησιμοποιούσαν στα χωράφια, απλά χρησιμοποιούσαν τις πιο παλιές και πιο απλές.
Στα χρόνια τα δικά μας δεν γνωρίσαμε συγκεκριμένο δοχείο που να το ονομάζουν μουζούρι, γιατί και τα ξύλινα πήλινα ή τσίγκινα δοχεία είχαν καταργηθεί αλλά και τους γαζοτενεκέδες δεν τους χρησιμοποιούσαν πλέον σε συναλλαγές, αφού δεν υπήρχαν πλέον Μουκατάδες να παίρνουν το φόρο.
Πρέπει να πούμε πως υπήρχαν και άλλες μονάδες χωρητικότητας, που κυρίως τις εφεύρε ο απλός λαός για τις ανάγκες του, όπως ήταν η «βαρέλα», το «σταμνί», το «μίστατο», το «αξάι» και το «πινάκι». Κάποιες πληροφορίες και για αυτά έχουμε από ζωντανή μαρτυρία του κ. Μαραγκάκη.
Η βαρέλα
Η βαρέλα ήταν μονάδα μέτρησης υγρών, χωρητικότητας 90 οκάδων περίπου.
Το σταμνί
Μονάδα χωρητικότητας ήταν και το «σταμνί», το οποίο ήταν χωρητικότητας 12 έως 15 κιλών, ανάλογα το υγρό. Στις φάμπρικες έπαιρναν με το καυκί το λάδι από τη δεξαμενή, το μέτραγαν σε σταμνιά, έπαιρνε το ποσοστό η φάμπρικα, και το υπόλοιπο έμπαινε στα «λαδοάσκια», και το πήγαιναν στο σπίτι του αλεστή.
Το μίστατο
Το μίστατο λέει ο Μαραγκομύρος, ήταν μονάδα μέτρησης υγρών, κυρίως μετρούσαν τα λάδια, και ήταν χωρητικότητας 10 οκάδων. Το μίστατο μπορεί να αντικατέστησε ίσως το σταμνί αργότερα, ή το αντίθετο, επειδή η χωρητικότητά τους είναι παρόμοια.
Το αξάι
Το «αξάι» ή «ξάι» ήταν δοχείο πλεχτό με ράπες σιταριού, και χώραγε τρείς οκάδες σιτηρά. Το έπλεκαν οι γυναίκες, και μόλις χώραγε την επιθυμητή χωρητικότητα σταμάταγαν τη πλέξη.

Το πινάκι
Το πινάκι ήταν κυρίως πήλινο δοχείο πιο μεγάλο και πιο βαθουλωτό από ένα πιάτο, χωρητικότητας μια με μιάμιση οκά περίπου σε σιτηρά ή όσπρια. Υπήρχαν δυο ειδών πινάκια, εκείνο που χτίζανε και εκείνο που έμοιαζε με πιάτο. Με το πινάκι συνήθως γινόταν ανταλλαγές σε είδος με τον μπακάλη ή με κάποιον που μπορούσαν να ανταλλάξουν προϊόντα. Το πινάκι έβγαινε και σε μικρότερο μέγεθος, και το λέγανε «κεσέ».

Το μουζούρι και η λαογραφία μας
Η λέξη «μουζούρι» είναι λένε οι αναλυτές ελληνική λέξη, μάλιστα κρητική εφεύρεση, και σήμαινε κατά βάση για τους παλιούς «μεγάλη ποσότητα»! Έτσι όταν έλεγε κάποιος σε κάποιον που τον έκλεψε:
- «Μάζεψέ τα από παέ και ξαφανίσου, γιατί θα σου δώσω δέκα μουζουργιές ξύλο!»
Ο άλλος σαφώς καταλάβαινε, πως το ξύλο που θα έτρωγε θα ήταν σαφώς αρκετό!
Δε έπαυε βέβαια να δηλώνει έκταση γης.
«Ο Τάδε αγόρασε 70 μουζουργές βοσκότοπους, και άλλες 120 αγριάδα». Εύκολα καταλάβαινε ο άλλος τα όρια της έκτασης.
Όταν πάλι έλεγε κάποιος πως «επήγα στα κοκολόγια και εμάζεψα μια μουζουριά ελιές», εννοούσαν πως η ποσότητα που μάζεψε στο καλάθι του, θα ήταν 12 οκάδες, όσο ένα μουζούρι.
Θα προσθέσουμε και μια αναφορά στα παλιά κάλαντα τις πρωτοχρονιάς στην Κρήτη, που οι καλαντάρηδες έλεγαν:
«Για πες μου Άη Βασίλη μου πόσα μουζούρια σπέρνεις;
Σπέρνω σταράκι δώδεκα, κριθάρι δέκα πέντε,
ταγή και ρόβι δεκαοχτώ κι από νωρίς στο στάβλο».
Ο πατέρας παλιά άμα τα κοπέλια του κάνανε πολύ τραβάγια, έλεγε:
«Σταματήσετε μπλιό το μουρμουργιό, γιατί μου κάμετε τη κεφαλή μουζούρι"»!
Μια πολύ παλιά φράση επίσης έλεγε:
«Ο καμπανός και το μουζούρι, δάκρυα δε χύνουν»!
Που αυτό σημαίνει, πως στο εμπόριο, συναισθηματισμοί δεν χωρούνε!
Τέλος, δεν ξεκίναγε ποτέ παραμύθι παλιά, να μην έχει στην αρχή ειδικό στιχάκι, που να προειδοποιεί τα παιδιά, πως ότι ακουστεί στο παραμύθι, είναι προϊόν φαντασίας, και όλα είναι ψέματα!
«Το παραμύθι που θα πω απάνω στα λαγκώματα
θα χει πολλά παράξενα, κι ένα μουζούρι ψώματα»!