Λ. Κλάδος: «Να μη χάσουμε την ταυτότητά μας, γιατί άμα τη χάσουμε, μας πήρε ο διάολος»

Λ. Κλάδος: «Να μη χάσουμε την ταυτότητά μας, γιατί άμα τη χάσουμε, μας πήρε ο διάολος»

 «Ήθελα να μάθω λύρα, είχα πάθος και έμαθα. Αν δεν έχεις πάθος δεν θα μάθεις τίποτα. Πρέπει να το ζεις αυτό, να το νιώθεις» .... «Να δίνεις τον εαυτό σου σε ό,τι κάνεις. Αυτήν την υποχρέωση έχεις. Αλλιώς να μην το κάνεις» 

[Ανέκδοτη Συνέντευξη]

Συνέντευξη:  Γιάννης Θεοδωράκης 

Του είχα κάνει άπειρες φορές την πρόταση να έρθει να τα πούμε ραδιοφωνικά να πιούμε έναν καφέ να τον απολαύσω για τρεις ώρες και να τον αφήσω να μου πει εκείνος ό,τι ήθελε... Στην τελευταία πρόταση, μου είπε το ναι!! Η αλήθεια βέβαια ότι βοήθησε σε αυτό το ναι ο Μιχάλης Αλεφαντινός τόσο πολύ....

Θα ρθω μου λέει και από το άγχος μου δεν κοιμήθηκα μια ολόκληρη νύχτα.. Θα ρθεις αύριο το πρωί να με πάρεις μου είπε από το μαγαζί, να με πας και να με φέρεις μετά. Του απάντησα «δάσκαλε ό,τι θες εσύ». Ξημέρωνε Μεγάλη Πέμπτη, η τελευταία εκπομπή της Μεγάλης Εβδομάδας... Τον είδα το πρωί, πάντα κύριος με το κουστούμι του, λες και θα έδινε ακόμα μια παράσταση στο φανατικό κοινό του....

Καλημέρα του είπα και μου λέει τσιγάρα να πάρουμε γιατί δεν έχω. Βαρύς τύπος, τρόμαζα να τον κοιτάξω στα μάτια η αλήθεια και τα χέρια μου για να βγει η εκπομπή όπως πρέπει είχαν ιδρώσει.... Φτάσαμε στο στούντιο η Αρετή μας έφτιαξε καφέ και πήραμε θέση στα μικρόφωνα....

klados

Δάσκαλε μεγάλη μου τιμή που είσαι σήμερα στην παρέα μου...

– Καλώς σε βρήκα Γιαννιώ μου... σε ευχαριστώ που με κάλεσες!

Σε ευχαριστώ που δέχτηκες το κάλεσμα μου και ήρθες, να σου ευχηθώ μόνο να 'χεις την υγεία σου να μπαίνεις στο στούντιο να μας χαρίζεις πάντα νέα τραγούδια και νέες μουσικές..

-Εγώ σας ευχαριστώ που με φωνάξετε να έρθω γιατί πάντοτε θέλω να πω ορισμένα πράγματα και για τους νέους αλλά και για τους καλλιτέχνες της Κρήτης. Έχω πολλά να πω και εύχομαι να μας φτάσει ο χρόνος σήμερα...

Δάσκαλε έχουμε όσο χρόνο χρειάζεσαι...

– Θα ήθελα να ευχηθώ πρώτα πρώτα σε όλη τη Κρήτη και σε όλη την Ελλάδα σε όλη την ομογένεια που βρίσκεται στο εξωτερικό υγεία και αγάπη σε κάθε σπίτι... Να μην απογοητευτεί ο κόσμος, οι δουλειές είναι λίγες όλοι ζοριζόμαστε όλοι έχουμε ανάγκη. Όμως ο Θεός θα στείλει.

Ο Κύριος είναι μεγάλος πατέρας και θα μας βοηθήσει όλους...

lkl

Μου έκανε εντύπωση όταν σου είπα πριν λίγο δάσκαλε ότι από τον τελευταίο σου προσωπικό δισκο με τον Μανώλη Κακλή το τραγούδι που γνωρίζει τεράστια επιτυχία είναι το «ποιο κύμα φέρνει τη χαρά» και μου είπες ότι δεν το χεις ακούσει ακόμα...

– Πράγματι αυτό το ξέρουν καλά οι συνεργάτες μου εκείνοι που έχω γράψει μαζί τους, με τον Νίκο Μανιά, τον Μανώλη Κακλή, τον Παντελή Κρασαδακη, τον Μιχάλη Τζουγανάκη, τον Σκουλα τον Δημήτρη, τον Αγγελάκη τον Γιάννη, όταν μπω στο στούντιο μέσα δεν παίζω τα κομμάτια τα οποία έχω προβάρει, αλλά ότι μου έρχονται στο μυαλό..

Μού δωσε ο Θεός αυτή τη χάρη να μυτοχτενιάζω που λέμε με φαντασίες και οραματισμούς όταν είμαι σε καλή διάθεση. Νά χω το κέφι μου. Μπορώ να γράψω ολόκληρο δίσκο χωρίς να θυμάμαι τι έχω παίξει και βγαίνω από το στούντιο έξω και κάθομαι σε μια καφετέρια να πιω ένα καφέ και τους λέω τώρα μπείτε και πείτε ότι θέτε.

Εγώ τελείωσα τη δουλειά μου.....

leonkl

Θα ήθελα δάσκαλε να σε γυρίσω πολύ πίσω να πάμε στα παιδικά σου χρόνια και να μας γυρίσεις στην εποχή εκείνη που ήσουνα παιδί. Να μάθουμε πόσο δύσκολα ήταν τα χρόνια εκείνα και να μας πεις γιατί είχες φάει τόσο πολύ ξύλο από τον πατέρα σου...

– Ήταν τα χρόνια εκείνα που εμείς αναθρεφόμασταν σαν παιδιά πολύ δύσκολα. Άλλες οι σημερινές εποχές που όλα είναι εύκολα, άλλες οι δικές μας εποχές που ήταν τρομακτικά δύσκολο να μεγαλώνεις παιδιά.

Ο κάθε γονέας τότε δεν έκανε ένα παιδί ή δυο παιδιά. Έκανε από τα πέντε και πάνω, οχτώ, εννιά και δέκα παιδιά παρόλο που η φτώχεια τους έδερνε. Φτώχεια μεγάλη. Ήμασταν ξυπόλυτα, ψειριασμένα. Θυμάμαι την ηρωίδα τη μάνα μου να αναθρέφει οχτώ παιδιά έξι αγόρια και δυο κορίτσια και να μας βλέπει ξυπόλητα.

Τα τότε χρόνια οι Χειμώνες ήταν δύσκολοι, πολύ κρύο, χιόνια και πολλά νερά. Τότε να σου πω δεν τρώγαμε όπως τα παιδιά σήμερα που τους έχεις ένα σωρό πράγματα. Τότε δεν υπήρχαν αυτά. Ο πατέρας μου ήταν κτηνοτρόφος, ένας άνθρωπος σκληρός θα ελεγα. Είχε πολλά πρόβατα, όμως εμένα δεν μου άρεσε η βοσκική καθόλου. Ούτε η ζωή του κτηνοτρόφου. Τα αδέρφια μου ακολουθούσαν εγώ όμως δεν ήθελα.

Σαν μαθητής ήμουν Άριστος στο σχολείο, απέναντι στη δασκάλα μου Μαρίκα Σκλάβου ήμουν πάντα κύριος. Έπαιζε βιολί εκείνη και γω στις σχολικές εορτές τραγουδούσα αυτά που έπαιζε εκείνη. Και μου έλεγε θυμάμαι ότι, όταν μεγαλώσω θα γίνω ένας πολύ καλός τραγουδιστής. Μου άρεσε το βιολί, το τραγούδι, η μουσική. Άκουγα τους μουσικούς του χωριού μου τότε τον Βασιλακάκη τον Ανδρέα, τον Κοκάρη και τον Αριστοτελη τον Βασιλακάκη και έπαιζαν λύρα.

Λέω στον πατέρα μου τότε, δώδεκα παιδιά θα δώσουν στο γυμνάσιο στο Ρέθυμνο, να με στείλεις και μένα να πάω; Θα πάω να ρωτήξω μου λέει και θα δούμε. Αν μπορώ να ανταπεξέλθω στα έξοδα θα πας.120 δραχμές ήταν τα έξοδα του μήνα. Μου λέει ο πατέρας μου τότε δεν θα πας, δε γίνεται. Θα πας να κάνεις το τζαγκάρη. Και πήγα στο Βιζάρι, έκανα δυο χρόνια εκεί. Έμαθα την τέχνη καλά. Δεν μου άρεσε όμως η αλήθεια ήταν.

Λοιπόν ένας από το Μαγαρικάρι, ο Μαυράκης ο Γιώργης, έκανε τον τσαμπάζη και ερχόταν στο Βιζάρι φέρνοντας προϊόντα. Γύρευε λοιπόν τότε εκείνος φαμέγιο. Εγώ του λέω θα ρθώ. Πόσο θα μου δίνεις; Το χρόνο 5000 δραχμές μου λέει και δυο ζευγάρια στιβάνια με δυο αλλαξές ρούχα. Το φαγητό σου και τον ύπνο σου. Έτσι λοιπόν βρέθηκα στο Μαγαρικάρι το 1938 με 39.

Εκεί έκανα 6 μήνες γνώρισα από τη Γρηγοριά, το μακαρίτη τον Κανάκη Κουκλινό. Εκεί έκανε αυτός μια ταβέρνα και κάθε βράδυ μαζευόταν όλοι οι μερακλήδες και ξημερώνονταν. Εκεί ήταν λοιπόν ένας λυράρης που τέτοιο δεν είχε η Κρήτη άλλο. Ήταν απίστευτος και μου λέει. Εδώ σε θέλω να μου τραγουδάς, γιατί αυτός μόνο έπαιζε. Θα μου τραγουδάς σε όλα τα γλέντια και θα παίρνεις το ανάλογο σου. Εδώ μου λέει παίρνεις 5000 δραχμές τον χρόνο μαζί μου θα παίρνεις 50.000. Και πράγματι έφυγα και ήμουν με τον Κανάκη.

Ο Κανάκης μου έμαθε λύρα, τα βασικά. Μετά άρχισα μόνος μου και σιγά σιγά κατάφερα να φτάσω στον Κλάδο που όλος ο κόσμος έμαθε. Ο πατέρας μου έτρωγε τα κομμάτια του. Δεν ήθελε, δεν του άρεσενε να είμαι λυράρης. Τον πρόσβαλε όλο αυτό.

Παρόλο που εγώ είχα λεφτά και δεν πεινούσα, ούτε εγώ, αλλά ούτε και η οικογένεια μου, που τόσο βοηθούσα τότε..

Για τι μέγεθος λυράρη μιλάμε όταν λέμε Κανάκης Κουκλινός;

– Ο Κανάκης ήταν ένα άλλο πράμα ρε παιδί μου. Εγώ ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να συλλάβω αυτά που έπαιζε ο Κουκλινός. Ήταν μοναδικός. Με είχε μαζί του στα γλέντια να τραγουδάω και τόσα χρήματα που έβγαζε εγώ δεν τα είδα όλα αυτά τα χρόνια που παίζω. Ειλικρινά.

Το αφεντικό τότε που με είχε, είπε του πατέρα μου ότι το κοπέλι τραγουδά κάθε βράδυ. Μονό να ρθεί να με μαζώξει, γιατί δεν θα χει καμία ευθύνη εκείνος, αν πάθω πράμα. Έρχεται ο πατέρας μου με δυο γαϊδάρους και φόρτωσε καρπό. Εγώ είχα πάρει στους μήνες με τον Κανάκη 13.000 δραχμές τα οποία και είχα κρύψει.

Φεύγουμε λοιπόν με αφορμή ότι η μάνα μου δεν είναι καλά και ότι με ζητάει να με δει. Πάμε στο χωριό, εγώ όμως είχα ξεμιαλιστει με τον Κανάκη. Και του λέω να πας να μου πάρεις μια λύρα. Αντί για να μου πει θα σου πάρω, θα το δούμε, με έδειρε. Έφαγα ξύλο, όφου μάνα μου..

Μου λέει η μάνα μου, παιδί μου εγώ είμαι καλά. Μα επειδή έμαθε ο κύρης σου ότι τραγουδας τη νύχτα, ήρθενε και σε μάζωξε. Βγάνω τα ρούχα μου και η μάνα μου βρίσκει τα λεφτά. Λέει του πατέρα μου έτσι και έτσι. Το κοπελι έφερε τοσανα λεφτά και αντί να πει ευχαριστώ και μπράβο με έδειρε πάλι. Δεν με ήθελε λυράρη.

Ο λυράρης εκείνη την εποχή δεν ήταν κάτι καλό. Τον έβαζαν στη μέση του χορού, τον μεθούσαν και πολλές φορές τον έδερναν κιόλας. Όταν γινόταν παρέα και φώναζαν το λυράρη, αν δεν πήγαινε τον έδερναν. Δεν ήταν καλή η ζωή του λυράρη τότε. Εγώ ξαναφεύγω. Δε μου άρεσε η βοσκική. Πως να το κάνουμε τώρα;

Το πουλί είχε πετάξει και φεύγω για Μαγαρικάρι ξανά.

Όταν έφτανα στην Αγία Παρασκευή στο Αμάρι με τα πόδια, μπαίνω σε ένα καφενείο, ήταν κάποια παιδιά εκεί στην ηλικία μου, είχαν ένα παιδί και έπαιζε λύρα. Λεωνίδας Τζεκάκης. Με κέρασαν, εκεί ήταν και ο Νικήστρατος ο Πατακός και έψαχνε φαμέγιο. Τα βρήκαμε στην τιμή και έκατσα εκεί τότε. Στη συνέχεια έπιασε γερμανική κατοχή, τι να έκανα;

7 μήνες έμεινα εκεί και με τα λεφτά που θα μούδινε ένα τσουβάλι χαρούπια δεν θα επερνα. Φεύγω και πάω στο χωριό μου πάλι .Γερμανική Κατοχή τότε, δύσκολα τα πράματα. Με στέλνουν στο Τυμπάκι για να κάνω την δεκαπενταμερία του πατέρα μου εγώ, για τα γερμανικά έργα.

lllkl

 

Είχα ακούσει ότι το 1945 έζησες μια ιστορία σε ένα γλέντι που έπαιζε ο Μπαξεβάνης και ο Λαγός. Θα μας την πεις;

– Το 1945 οι καπετάνιοι της επαρχίας Αμαρίου κάμανε μια μάζωξη, μια εκδήλωση, να παίξει ο Μπαξεβάνης και ο Λαγός. Γιατί είχαν κάψει τα χωριά μας. Εκεί πάνω είχε περάσει ο Κράιπ τότε και τα άλωσε όλα. Και ήθελαν να δουν τι ζημιές είχαν γίνει στην περιοχή.

Πάω λοιπόν και γω να ακούσω τους καλλιτέχνες γιατί αυτό με ενδιέφερε εμένα. Μόνο στέκω εγώ και τους παρακολουθώ. Έρχεται ένας θείος μου να με διώξει να μην εμποδίζω λέει τους λυράρηδες. Μετά από λίγο, πάλι εγώ εκεί. Κάποια στιγμή έπρεπε να πάει να κάνει την ανάγκη του ο Λαγός.

Εσίμωσα εγώ, πιάνω τη λύρα και μου λέει ο Μπαξεβάνης παίζεις; Παίζω του λέω. Πιάσε τη λύρα, ωραία λύρα, κούρδισμα υπέροχο, το Λαούτο όμως ήταν ξεκούρδιστο. Γιατί ο Μπαξεβάνης δεν έπαιζε καλά, μόνο τραγουδούσε καλά.

Του λέω κούρδισε το Λαούτο γιατί εγώ δε παίζω ετσά. Κουρδίζει και ξεκινάμε με «τη μάνα μου την αγαπώ», που είχε γράψει τότε με την αδερφή του τη Λαυρεντία...»Τη μάνα μου την αγαπώ», ήταν του Μπαξεβάνη και όχι του Ξυλούρη, ούτε του Σκορδαλού, ούτε δικό μου. Κανενός. Του Μπαξεβάνη και του Λαγού ήταν.

Το γυρίζω τότε «Περβόλι μου με τ’ άνθη σου και τσι γαροφαλιές σου». Του Λαγού του ερχότανε. Και έλεγε, πράμα δίσκο έβαλαν και παίζει. Σταματά δίπλα μου και σου δίνω το λόγο μου, μεγαλύτερη συγκίνηση ανθρώπου σαν την δικιά του εκείνη την στιγμή, μέχρι σήμερα, δεν έχω ξαναδεί. Είχε παραλύσει ο άνθρωπος...

leonidasklados

Πως γνωρίζεις τον Μπαξεβάνη καλύτερα και τι συνεργασία κάνεις μαζί του;

– Θα σε πάω τώρα στον Μπαξεβάνη. Όταν πήγα στο Ρέθυμνο, γνώρισα τον Δαφέρμο. Είχε σχολή χορού. Στο λεωφορείο λοιπόν τα είπαμε λίγο και όταν φτάσαμε στον «Άγνωστο», στο Ρέθυμνο, μου λέει πάμε να σε ακούσω λίγο στη σχολή μου. Μπαίνοντας λοιπόν μέσα, είχε μια λύρα εκεί κατασκευής Παπαδάκη Ιωάννη, από το Ρέθυμνο που είχε σκοτωθεί στην Αλβανία. Μου κατέβασε τη λύρα, έπαιξα και τρελάθηκε τότε μαζί μου.

Μου λέει λοιπόν ο Δαφέρμος, εδώ θα κάτσεις 3 χρόνια και τα έξοδα θα είναι δικά μου, δεν θα πληρώνεις τίποτα και μετά θα σε στείλω στην Αθήνα, στη σχολή να μάθεις και βιολί, γιατί έχεις ένα ταλέντο πάνω σου πολύ μεγάλο. Του λέω λοιπόν θα βρω τον Μπαξεβάνη να κουβεδιάσω μαζί του και θα δω τι με θέλει και μετά θα γυρίσω.

Ο Μπαξεβάνης ήταν ένας άρχοντας απίστευτος. Με είδε λοιπόν με παλιά ρούχα και με πάει και μου αγοράζει ό,τι ήθελα. Με έντυσε, με έκανε καινούργιο. Το ερχόμενο Σάββατο πήγαμε στου Θωμά του Χνάρη να του κάνουμε εγκαίνια σε ένα μαγαζί. Κάτσαμε μαζί δυο μήνες.

Σε αυτό το διάστημα είχε ετοιμάσει εκείνος δυο δίσκους [«Έλα σαν έχεις όρεξη», «Προσπάθησα να σ’ αρνηθώ», «Το ξηροστεριανό νερό» και μια σούστα]. Μου λέει τότε, ο Ροδινός έβγαλε στα 22 του δίσκο. Εσύ θα βγάλεις στα 19 σου γιατί σε θεωρώ ανώτερο από το Ροδινό. Εν παση περιπτώσει, κάναμε πρόβες τα κομμάτια για το δίσκο του, μέχρι που τα έμαθα καλά. Έρχεται ένας Παρασύρης τότε από τα Ζωνιανά να παίξω στον γάμο του και του λέω θα ρθώ. Και θα ρθώ με τον Μπαξεβανη μαζί. Του το λέω μετά έτσι και έτσι να πάμε μαζί. Μου λέει λοιπόν, εγώ δεν έρχομαι στα Ζωνιανά. Έξω από το Ρέθεμνος δεν πάω να παίξω εγώ. Με τά πολλά μου λέει θα ρθώ. Αλλά είναι η τελευταία φορά, που δε με ρώτησες πρώτα αν μπορώ να ρθώ.

Πάμε λοιπόν και βγάζουμε τότε 13000 δραχμές σε δυο νύχτες, Σάββατο και Κυριακή. Τα παιδιά του έχουν την ταβέρνα Σκαλέτα τώρα. Το 1948 φεύγω φαντάρος στην Καλαμάτα. Έγινα δεκανέας μέχρι που απολύθηκα, 21 Απριλίου τότε.

Βοήθησες πολύ κόσμο στην συνέχεια να μάθει μουσική, να ασχοληθεί με ένα μουσικό όργανο και όταν έφτασε ο καιρός να γίνουν κάτι σε ξεχνούσαν. Ισχύει αυτό;

– Μεγάλο το παράπονο μου Γιάννη μου. Το 1954 όταν και ήρθα εδώ κάτω στις Μοίρες, πήρα το μακαρίτη το Νίκο Καδιανό. Ο άνθρωπος πολύ μερακλής, έπαιζε μαντόλα. Τότε μου λέει να πάρω Λαούτο, να μάθω να παίζω, να με παίρνεις στα γλέντια; Να πάρεις και αν είσαι καλός, γιατί όχι;

Είχα τον μακαρίτη τον Καστέλο Λευτέρη μαζί μου και έπαιζε μπουζούκι, αλλά το μπουζούκι δεν ταιριάζει στη λύρα. Είναι πρίμα όργανο κι αυτό. Και δεν ταιριάζουν. Όμως ήταν καλό όργανο και ωραίος άνθρωπος ο Λευτέρης. Δεν με κούραζε παιχτικά. Ήθελα όμως και τον Καδιανό για να μου παίζει βούρτσα, κάτι σαν μπάσο, να γεμίζει το πάλκο.

Υπάκουσε ο Νίκος και μέσα σε ένα χρόνο ήταν έτοιμος λαουτιέρης. Ό,τι χρήματα βγάζαμε τα μοιραζόμασταν όλοι. Κάποιοι από αυτούς μ’ έκλεβαν κι όλας. Δεν ήξεραν να παίζουν, έκλεβαν κι όλας. Να μην τους ονομάσω όμως στον αέρα. Κι’ όταν τους έδιωχνα δεν ήμουν αρεστός. Τους χαλούσα την πιάτσα γιατί ήμουν δίκαιος.

Με τον Μαρκόγιαννη ήμασταν 5 χρόνια. Μια μοναδική συνεργασία τότε. Κύριος ο Γιάννης. Βγάλαμε καλά νυχτοκάματα με το Μαρκογιαννάκη.

kladosleonidas

Λεωνίδας Κλάδος, Μανώλης Κακλής, «Όταν κοιμάται ο δυστυχής» ...

– Μια απίστευτη δουλειά Γιάννη μου. Μουσικές από 1957 έως το 1960. Την αγαπώ αυτήν τη δουλειά πολύ..

Γιατί δεν τραγουδούσες ποτέ, δάσκαλε;

– Γιατί τότε να τραγουδάς δυο και τρεις νύχτες, χωρίς μικροφωνικές, ήταν πρόβλημα. Να φεύγω από τα Πλατάνια, να πάω Μυλοπόταμο με τα πόδια, Κράνα, Λιβάδια, Ζωνιανά, να παίζεις όλη νύχτα στη μέση του χορού, να τραβάς όλη τη σκόνη μέσα σου, να μην κοιμάσαι καθόλου, ήταν πρόβλημα.

Όταν δε κατέβηκα Μοίρες και σε ένα γλέντι στην Αγία Βαρβάρα, κατάλαβα ότι κάτι γινόταν με το λαιμό μου. Έβγαζα αίμα. Φοβήθηκα πήγα σε ένα γιατρό και μου λέει αμυγδαλές έχεις, να πας να τις βγάλεις. Πάω εγώ τις βγάζω αλλά εκεί μου έκανε ζημιά στις φωνητικές χορδές μου. Μεγάλη ζημιά.

Παίξαμε τότε με το Λευτέρη και το Μαρκόγιαννη και το τυφλό παιδί με το ακορντεόν, στο χορό των «Απόρων Κορασίδων» στα Χανιά και εκεί έπαθα αιμορραγία την ώρα πού τραγουδούσα. Με κατέβασαν στο Ηράκλειο τότε και εκεί αρχίζει το δράμα μου γιατί δεν μπορούσα ούτε να μιλησω. Η αιμορραγία σταμάτησε σιγά σιγά, με έστειλαν στην Αθήνα όμως να βρω τον Μαλτέζο. Με κοίταξε και μου είπε το τραγικό, ότι μου κατάστρεψαν τις φωνητικές μου χορδές. Τώρα να δω αν καταφέρω να σε κάνω να μιλάς.

Όπου κι αν τραγουδούσα έτρεχε αίμα το στόμα μου και είχε βγει μια φήμη τότε ότι ήμουν φυματικός.... Αλλά είχα παντρευτεί τότε. Δε με πείραζε αν πάθω κάτι εγώ αλλά να μη πάθει η γυναίκα μου πράμα. Γροικούσα να τρελαθώ Γιάννη μου. Ένα μήνα ήμουν Αθήνα, με έκανε καλά ο γιατρός αλλά για να μπορώ να μιλώ.

Δεν έπρεπε να τραγουδώ για πέντε έξι χρόνια τουλάχιστον. Τότε ερχόμενος στην Κρήτη σταμάτησα τη λύρα για εφτά ολόκληρα χρόνια..

Έχω ακούσει ότι πούλησες τη λύρα τότε;

– Βεβαίως την πούλησα για να μην έχω τίποτα να με βασανίζει. Για το χατίρι της γυναίκας μου το έκανα, των παιδιών μου. Έτσι σκεφτόμουν εγώ τότε, έτσι έπραξα. Μαρτύρησα εκείνον τον καιρό. Υπόφερα πολύ, γιατί η ζωή μου ήταν και είναι η λύρα.

Δεν υπολογίζω τώρα, τι έχω και τι δεν έχω, όσο υπολόγισα τη λύρα στη ζωή μου. Αυτή μου έδωσε τη δύναμη που έχω. Έφερα εκατομμύρια από το εξωτερικό που δε μου τα έφαγαν τα ζάρια και οι γυναίκες εμένα. Τά’ δωσα στην περιουσία που έφτιαξα...

Μαλώνω τα παιδιά μου ακόμα και σήμερα. Δε γίνεται να σπουδάσεις και να βγεις τούβλο. Δε γίνεται να κάνεις εμπόριο και να μην ξέρεις που πάνε τα δυο. Δε γίνεται να βαστάς όργανο και να σε παίζει ο κόσμος σήμερα.

Να δίνεις τον εαυτό σου σε ό,τι κάνεις. Αυτήν την υποχρέωση έχεις. Αλλιώς να μην το κάνεις. Όταν είσαι επαγγελματίας, πρέπει να κάνεις σωστά τη δουλειά σου. Αλλιώς μην την κάνεις, αν δεν μπορείς.

Λένε παλιοί μερακλήδες ότι δεν ήσουν ο μονότονος λυράρης που κούραζε τον κόσμο στα τότε γλέντια. Ισχύει αυτό;

– Ισχύει γιατί εγώ έφερα στην Κρήτη τα καλαματιανά, τα νησιώτικα και τα ευρωπαϊκά. Και αργότερα τα έβαλαν στο πρόγραμμά τους και άλλοι καλλιτέχνες. Όπως ο Σκευάκης ο Νίκος. Είχα ακορντεόν στο σχήμα, μπουζούκι τον Καστελολευτέρη τον Καδιανό τον Μαρκόγιαννη. Σχήμα από τα λίγα την εποχή εκείνη...

Την εποχή εκείνη γνώρισα τη γυναίκα μου στο μαγαζί του πεθερού μου. Μου είχε πει ότι θέλει να μάθει κιθάρα και αμέσως μπήκε στην καρδιά μου αυτή η γυναίκα. Τη ζήτησα και δεν μου την έδωσαν. Δεν ήθελαν λυράρη γαμπρό βλέπεις. Στη συνέχεια την έκλεψα!

Κύριε Λεωνίδα θα γινόσουν ποτέ δάσκαλος κρητικής μουσικής;

– Εγώ όχι ποτέ. Γιατί εγώ έμαθα λύρα με πολύ ξύλο. Μπαίναν τα πρόβατα του πατέρα μου σε χωράφια και τον είχα ρημάξει να φταίω γιατί δεν τα πρόσεχα καθόλου.
Μου έσπασαν τη λύρα στο κεφάλι. Ήθελα να μάθω, είχα πάθος και έμαθα. Αν δεν έχεις πάθος δεν θα μάθεις τίποτα. Αυτή είναι η γνώμη μου, σωστή ή λάθος είναι η αλήθεια μου. Πρέπει να το ζεις αυτό, να το νιώθεις.
Όταν παίζω δεν με νοιάζει τι λέει ο κόσμος καλά ή κακά παίζω. Εγώ τι κάνω με νοιάζει.

klnozze

Πως άρχισες να παίζεις ξανά μετά που πούλησες τη λύρα;

– Είχαν περάσει από τότε εφτά με οχτώ χρόνια. Με αναζητούσε ο κόσμος. Μια μέρα ο Μαμαλάκης ο Μαθιός, ο Κυπράκης, ο Σκορδαλός, ο Μαρκόγιαννης, ήταν στο μαγαζί μου στις Μοίρες. Εγώ ήμουν στο εργοστάσιο τότε κάτι έφτιαχνα και μου λέει η γυναίκα μου έλα γιατί ήρθαν να σε δούνε κάτι φίλοι. Και της λέω πες τους ότι λείπω.
Ωστόσο ο Βασιλογιάννης κατεβαίνει κάτω και με βγάζει με το ζόρι απάνω. Μου άρχισαν τα παράπονα γιατί δεν παίζω γιατί και γιατί. Τους είπα ότι υπάρχει λόγος και σταμάτησα. Έφυγαν αυτοί πήγαν Αγία Γαλήνη.
Μετά από δυο μέρες, να τους πάλι στο μαγαζί. Το ίδιο τροπάριο ξανά. Βρε τους λέω δεν έχω ούτε λύρα. Και τότε πάει ο Σκορδαλός στο αμάξι και μου φέρνει μια λύρα. Ο Μαμαλάκης μού’ φερε ένα γραμμόφωνο, κάτι δίσκους και μου λέει θα δουλεύεις και θα ακούς τους δίσκους και την επόμενη φορά θέμε να δούμε το Κλάδο που ξέραμε...
Τότε ο Φασουλακης ο Γιάννης από τους Βόρους με κάλεσε στο Χάνι να παίξω σε μια βάφτιση.

Κάτω από το Χάνι ήταν ένα σκυλάδικο τότε. Κατά τις μια το βράδυ έπαιζε εκεί ο Μελεσανάκης ο Ζαχάρης μπουζούκι με μια ντραμς και μερικές τραγουδίστριες. Ακούω να παίζει στο μπουζούκι κοντυλιές, λέω αυτός θα ναι Κρητικός.
Δώσαμε γνώρα, ωστόσο μου έφεραν τη λύρα από το σπίτι και παίξαμε. Τον ρώτησα τι χρήματα παίρνεις εδώ μου είπε 300 δραχμές. Και του είπα θα σου δίνω 1000 δραχμές να ρθείς μαζί μου.
Εκείνο το διάστημα ήρθε και ο Βαγγέλης ο Τσαφαντάκης και μου ζήτησε να του μάθω να παίζει λαούτο. Τον έστειλα στου Φραγκιαδάκη στο Ηράκλειο, φτιάχνει το λαούτο και έρχεται. Λέω στο Ζαχάρη τότε, εσύ και ο Βαγγέλης θα κάνετε πρόβες μέχρι να βγούμε στο πρώτο μας γλέντι. Όπως και έγινε.
Ο Ζαχάρης να πω ότι έπαιζε λαούτο τότε καλύτερο και από το Μαρκόγιαννη. Ειλικρινά στο λέω. Μπαίνω στο επάγγελμα ξανά και παρά λίγο να χωρίσω πάλι με την γυναίκα γιατί έφευγα και έλειπα συνέχεια Αμερικές, Αυστραλίες, παντού. Αλλά έφερα όμως πολλά λεφτά.

Αυτή είναι η ιστορία μου λίγο πολύ και μέσα σε μερικές γραμμές τα είπα όπως ένιωσα. Αυτά μου βγήκαν αυτά είπα.

Γιάννη σε ευχαριστώ που στέκεσαι δίπλα στην κρητική μουσική. Να ευχηθώ και να πω στους νέους καλλιτέχνες να μην δώσουν τη μουσική μας στα ξενόφερτα. Η μουσική της Κρήτης είναι τοπική και να προσπαθήσουν να μη χάσουμε την ταυτότητα μας γιατί άμα την χάσουμε μας πήρε ο διάολος...

kladleon

Δάσκαλε κλάψε, ήταν τιμή μου που σε φιλοξένησα, σε ευχαριστώ πολύ!

– Γιάννη να σε έχει ο Θεός καλά εγώ σε ευχαριστώ που μού δωσες τη χαρά να μιλήσω και να δεχτώ τις ευχές του κόσμου!

theodgiannis

 

Πηγή: https://www.parapolitikakritis.gr/